Ο κ. LNN ήταν 92 ετών και ζούσε στο σπίτι του με τη σύζυγό του. Είχαν δέκα επιζώντα παιδιά και περιουσία που ξεπερνούσε τα 40 εκατομμύρια δολάρια Αυστραλίας.
Ο κ. LNN προέβη σε διαρκή πληρεξουσιότητα. Όρισε πέντε από τα παιδιά του ως πληρεξούσιους δικηγόρους του, σημειώνοντας ότι τυχόν τρία από τα διορισμένα παιδιά θα ενεργούσαν από κοινού ως πληρεξούσιοι δικηγόροι του.
Λίγα χρόνια αργότερα ο κ. LNN διαγνώστηκε με αγγειακή άνοια και άρχισε να χάνει σταθερά τις ικανότητές του. Τον επόμενο χρόνο πέθανε ένας από τους πέντε διορισμένους δικηγόρους του, μια κόρη του. Επειδή ο διορισμός της ως δικηγόρου του κ. LNN ήταν κοινός διορισμός με τα αδέλφια της, η διαρκής πληρεξουσιότητα έληξε την ημέρα του θανάτου της.
Οι επιζώντες δικηγόροι υπέβαλαν αίτηση σε αυτό που τότε ονομαζόταν Δικαστήριο Επιτροπείας (Guardianship Tribunal) για να επανεξετάσουν τη διαρκή εξουσία του κ. LNN, καθώς δεν μπορούσαν πλέον να φροντίζουν για τις οικονομικές αποφάσεις του. Δεν υπήρχε ιστορικό σύγκρουσης στην οικογένεια και το δικαστήριο μπορούσε να δει ότι θα ήταν καλύτερο για τη μεγάλη περιουσία του κ. LNN να συνεχιστεί η διαρκής πληρεξουσιότητα.
Το δικαστήριο άσκησε τις εξουσίες του για να διορίσει ένα άλλο από τα παιδιά του κ. LNN ως αντικαταστάτη του κοινού πληρεξουσίου και διέταξε την επαναφορά της πράξης από την ημερομηνία του θανάτου της κόρης του. Το δικαστήριο τροποποίησε επίσης τους όρους της διαρκούς πληρεξουσιότητας, έτσι ώστε εφόσον τρεις από τους διορισμένους πληρεξουσίους δεν πέθαιναν ή δεν αποχωρούσαν με άλλο τρόπο από το αξίωμά τους, η διαρκής πληρεξουσιότητα θα συνέχιζε να λειτουργεί.